ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
Η ΣΥΜΒΑΣΗ παροχής εξαρτημένης ΕΡΓΑΣΙΑΣ γενικά.
Σύμβαση γενικά είναι μία συμφωνία, και σαν τέτοια
προϋποθέτει την ύπαρξη δύο μερών. Το κάθε μέρος μπορεί να είναι φυσικό
ή νομικό πρόσωπο. Συμβάσεις στην καθημερινή μας ζωή καταρτίζουμε πολλές,
ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε ότι πρόκειται για σύμβαση. Για παράδειγμα,
όταν αγοράζουμε ένα προϊόν από ένα εμπορικό κατάστημα εκείνη τη στιγμή
καταρτίζουμε σαν αγοραστές σύμβαση πώλησης με τον πωλητή. Όταν νοικιάζουμε
ένα διαμέρισμα για να μείνουμε καταρτίζεται σύμβαση μίσθωσης. Από το
ένα μέρος έχουμε τον ιδιοκτήτη - εκμισθωτή και από το άλλο εμάς σαν
μισθωτές.
Η σύμβαση εργασίας είναι και αυτή μία συμφωνία που προϋποθέτει δύο μέρη.
Το ένα μέρος είναι ο εργοδότης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο ) και το άλλο
μέρος ο εργαζόμενος - μισθωτός ( φυσικό πρόσωπο ).
Στη συγκεκριμένη συμφωνία - σύμβαση (που μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική)
ο εργαζόμενος (υπάλληλος, εργάτης κ.λ.π. ) έχει σε γενικές γραμμές τις
εξής υποχρεώσεις : να παρέχει τις υπηρεσίες του για ορισμένο ή αόριστο
χρόνο σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργοδότης ) , να παρέχει τη συμφωνημένη
εργασία με επιμέλεια, να μην ανακοινώνει σε άλλους μυστικά της επιχείρησης,
να μην ανταγωνίζεται αθέμιτα τον εργοδότη του, να συμμορφώνεται στις
διατάξεις των νόμων, το περιεχόμενο της σύμβασης και να υπακούει στις
εκάστοτε οδηγίες και εντολές του εργοδότη ή του νόμιμου εκπροσώπου του
και τα εξής δικαιώματα : Να λαμβάνει για την εργασία του το συμφωνημένο
μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο, να είναι ασφαλισμένος για την εργασία του,
να λαμβάνει τη νόμιμη άδεια και όσες άλλες παροχές ορίζει ο νόμος.
O εργοδότης αντίστοιχα έχει σε γενικές γραμμές τις εξής υποχρεώσεις
: να καταβάλλει το μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο, να ασφαλίζει τον εργαζόμενο,
να σέβεται την προσωπικότητα των εργαζομένων, να εφαρμόζει τις διατάξεις
που έχουν σκοπό την προστασία του εργαζόμενου και να εκπληρώνει και
τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εργατική νομοθεσία,
και τα εξής δικαιώματα : να δίνει στον εργαζόμενο οδηγίες εντολές και
κατευθύνσεις -που αφορούν στο είδος, τον τρόπο, χρόνο και τόπο εκτέλεσης
της εργασίας, να ορίζει νόμιμους εκπροσώπους με ίδια με αυτόν δικαιώματα
και υποχρεώσεις ( Αυτό σημαίνει ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης,
ακόμη και αν λείπει ο εργοδότης, ο εργαζόμενος πρέπει να υπακούει στις
εντολές που είναι σχετικές με την εργασία του και που δίδονται από άτομα
που έχει επιλέξει ο εργοδότης για νόμιμους εκπροσώπους του, όπως διευθυντές,
προϊσταμένους τμημάτων, μάνατζερ).
Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτές, καθώς και τις σχέσεις που απορρέουν
από τη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδοτών, εργαζομένων
και κράτους ρυθμίζουν οι διατάξεις του εργατικού Δικαίου. Την ισχύουσα
σήμερα εργατική νομοθεσία αποτελούν πλήθος διατάξεων Νόμων, Νομοθετικών
Διαταγμάτων, Υπουργικών Αποφάσεων κ.λ.π.., ενώ εφαρμόζονται συμπληρωματικά
(επικουρικά) τα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν τη σύμβαση
εργασίας (άρ. 648-680).
Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τα χρονικά όρια εργασίας
των μισθωτών, τις αργίες, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την
υπερωριακή απασχόληση, την κανονική άδεια, το μισθό, τα επιδόματα κ.λ.π.
δεν έχουν εφαρμογή σε όλες γενικά τις συμβάσεις εργασίας , αλλά μόνο
όπου υπάρχει σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Όταν πρόκειται για μικτή σύμβαση, έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση
που η κύρια σύμβαση είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Για να καταλάβουμε πότε έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας - οπότε
έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας - πρέπει να
λάβουμε υπόψη μας δύο κριτήρια :
1. Το κριτήριο της οικονομικής εξάρτησης - ο μισθωτός παρέχει την εργασία
του με μισθό και επομένως εξαρτάται οικονομικά από τον εργοδότη -.
2. Το κριτήριο της νομικής εξάρτησης - το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί
εποπτεία και έλεγχο στην παροχή γενικά της εργασίας - να δίνει οδηγίες
εντολές και κατευθύνσεις -που αφορούν στο είδος, τον τρόπο, χρόνο και
τόπο εκτέλεσης της εργασίας- στον εργαζόμενο ο οποίος υποχρεούται να
τις ακολουθεί -.
Όταν συντρέχουν και τα δύο αυτά κριτήρια, τότε και μόνο τότε έχουμε
σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Παράδειγμα: Α. Ένας λογιστής εργάζεται σε μεγάλη εταιρεία - αποκλειστικά
σε αυτή και λαμβάνει μισθό για την εργασία του αυτή, ενώ ο εργοδότης
- εταιρεία του καθορίζει το ωράριο και τον τόπο εργασίας , δηλαδή την
έδρα της. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.
Β. Ένας λογιστής εργάζεται στο δικό του γραφείο - επιχείρηση και έχει
σαν πελάτες μεγάλες εταιρείες και φυσικά πρόσωπα. Αμοίβεται ανάλογα
με τις εργασίες που παρέχει και δουλεύει καθορίζοντας αυτός το πρόγραμμά
του. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Στην καθημερινή ζωή καταρτίζονται διάφορες συμβάσεις
που μοιάζουν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Κάθε φορά που έχουμε μία
τέτοια σύμβαση θα πρέπει να εξετάζουμε εάν συντρέχουν τα δύο παραπάνω
κριτήρια. Εάν δεν συντρέχουν, τότε πρόκειται για άλλου είδους σύμβασης
και επομένως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με το παραπάνω υπό Β παράδειγμα στην περίπτωση αυτή έχουμε σύμβαση
παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Γενικά σε αυτή ο παρέχων τις υπηρεσίες
του είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας και προσφέρει την εργασία του έναντι
αμοιβής στον πελάτη του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία
αυτού . Διατηρεί ελευθερία ενέργειας και δεν υποβάλλεται σε δέσμευση,
όσον αφορά τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας. Άλλα παραδείγματα:
Δικηγόροι, εμπορικοί αντιπρόσωποι, ορισμένοι πλασιέ που αναπτύσσουν
πρωτοβουλία με σκοπό τη διεύρυνση των πωλήσεων ενώ διατηρούν το δικαίωμα
να ασχολούνται παράλληλα και με άλλες εργασίες. Θα πρέπει να προσέχουμε
ότι και στις δύο συμβάσεις, δηλαδή εξαρτημένης εργασίας και ανεξάρτητων
υπηρεσιών ενδέχεται ναι αναφερόμαστε στο ίδιο επάγγελμα, ήτοι λογιστής,
πλασιέ, δικηγόρος, εντούτοις πρόκειται για διαφορετικό είδος σύμβασης.
Σε περίπτωση που εργοδότης αναθέσει σε κάποιον την εκτέλεση συγκεκριμένου
έργου έναντι συμφωνημένης αμοιβής , αδιάφορα με το χρόνο εργασίας που
θα χρειαστεί και χωρίς να υπάρχει μέχρι την περάτωση του έργου σχέση
υπηρεσιακής εξάρτησης έχουμε σύμβαση μίσθωσης έργου. Μετά την παράδοση
του έργου λήγει ο συμβατικός δεσμός. Την εργασία για την περάτωση του
έργου ο εργολάβος είναι ελεύθερος να την εκτελέσει με οποιαδήποτε μέσα
και πρόσωπα επιθυμεί. Παράδειγμα : Αναθέτουμε ως ιδιοκτήτες οικοπέδου
- εργοδότες το έργο της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών ( μπετά,
σοβάδες, πατώματα, ηλεκτρολογικά, υδραυλικές εγκαταστάσεις κλπ ) σε
διάφορους εργολάβους. Με καθένα από τους εργολάβους αυτούς συνάπτουμε
σύμβαση έργου. Οι εργολάβοι αυτοί προσλαμβάνουν προσωπικό -δικό τους
- για την εκτέλεση του έργου. Εδώ έχουμε σύμβαση παροχής εξαρτημένης
εργασίας.
Άλλες συμβάσεις που διακρίνονται από τη σύμβαση παροχής εξαρτημένης
εργασίας είναι η Σύμβαση εταιρείας, η Σύμβαση εντολής, η Σύμβαση μεσιτείας
η Σύμβαση αντιπροσωπείας, η Μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος.
ΕΙΔΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Όταν συμφωνείται ρητά ή σιωπηρά ορισμένο χρονικό σημείο
λήξης της εργασίας τότε έχουμε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Σε
αυτή
μπορεί να συμφωνηθεί ορισμένη διάρκεια χρόνου εργασίας ( π.χ. 8 μήνες,
1 έτος κλπ ) ή ότι θα διαρκέσει μέχρι την επέλευση ορισμένου γεγονότος
ή προκύπτει προφανώς η διάρκεια αυτή από το είδος και τη φύση της εργασίας
για την οποία έχει προσληφθεί ο μισθωτός π.χ. συμβάσεις εποχιακής εργασίας
ή για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Παράδειγμα: ξενοδοχουπάλληλοι,
οδηγοί τουριστικών λεοφορείων, υπάλληλοι σε τουριστικά καταστήματα.
Σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα είναι προφανές ότι ακόμη και εάν δεν
έχει καθορισθεί ο χρόνος της σύμβασης, αυτή θα λήξει με το τέλος της
τουριστικής περιόδου.
Όταν η χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας δεν καθορίζεται αλλά ούτε
συνάγεται από το είδος και το σκοπό της, έχουμε σύμβαση εργασίας αορίστου
χρόνου. Παράδειγμα: Υπάλληλοι τράπεζας, γραφείου, εργοστασίου κλπ ,
στη σύμβαση των οποίων δεν έχει καθορισθεί χρόνος λήξης της.
Διαφορές: Η σύμβαση ορισμένου χρόνου παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο
χρόνος ή τελειώσει η εκτέλεση του έργου για το οποίο συμφωνήθηκε , χωρίς
να απαιτείται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λήγει μόνο με καταγγελία από τον
εργοδότη ή το μισθωτό, οποτεδήποτε, και αφού καταβληθεί βέβαια η νόμιμη
αποζημίωση.
Αν στη σύμβαση ορισμένης χρονικής διάρκειας ή στον κανονισμό της επιχείρησης
υπάρχει όρος , σύμφωνα με τον οποίο μπορεί αυτή να λύεται με καταγγελία
από τον εργοδότη οποτεδήποτε και προτού να λήξει ο συμφωνημένος χρόνος,
τότε θεωρείται σαν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Τίθεται εδώ το εξής ερώτημα. Αφού όπως αναφέρουμε η σύμβαση ορισμένου
χρόνου δεν λήγει οποτεδήποτε με καταγγελία, τι γίνεται σε περίπτωση
που ανακύψει κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκειά της; Είμαστε υποχρεωμένοι
να ανεχθούμε τη συνέχισή της, ακόμη και με προβλήματα; H απάντηση είναι
η εξής: Υπάρχει δυνατότητα καταγγελίας και της σύμβασης ορισμένου χρόνου,
αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, δηλαδή για κάθε περιστατικό που κατά την
καλή πίστη συντελεί ώστε να μην είναι πια ανεκτή η διατήρηση της σύμβασης
έως το χρόνο λήξης της. Παράδειγμα : Υπαίτια κακή συμπεριφορά του εργοδότη
ή του εργαζόμενου ( ύβρεις, μη πληρωμή μισθού, κακή συνεργασία κλπ.)
ή αναίτιοι λόγοι ( καταστροφή της επιχείρησης, βαρειά ασθένεια κλπ.
).
Αν συνεχίζεται η παραμονή του μισθωτού στην εργασία και μετά τη λήξη
της σύμβασης ορισμένου χρόνου, και εξακολουθήσει να εργάζεται για ικανό
διάστημα και όχι για λίγες μέρες, χωρίς εναντίωση του εργοδότη αλλά
με τη συγκατάθεσή του , μετατρέπεται αυτή σε σύμβαση εργασίας αορίστου
χρόνου . Για την ανωτέρω σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης απαιτείται ,
όχι μόνο να παρέχεται η εργασία χωρίς εναντίωση του εργοδότη, αλλά και
με τους ίδιους όρους . Εάν όμως παρέχεται με διαφορετικούς όρους και
γίνεται αποδεκτή από τον εργοδότη , τότε πρόκειται για νέα σύμβαση εργασίας.
Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τη Νομολογία ανεξάρτητα
από το τι ονομασία έχουν δώσει τα μέρη σε μία σύμβαση, τα Δικαστήρια
είναι αρμόδια να κρίνουν για το είδος αυτής, εκτιμώντας τα πραγματικά
περιστατικά. Παράδειγμα: ( που αποτελεί και συχνή πραγματικότητα) Εάν
μεταξύ ενός εργοδότη ( επιχείρηση ή ένα ΝΠΔΔ) έχουν καταρτισθεί για
συνεχόμενα έτη συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου με εργαζόμενους, που
εξυπηρετούν όμως τις ίδιες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη,
σε ενδεχόμενη προσφυγή των εργαζομένων στα Αρμόδια Δικαστήρια, αυτά
αφού εξετάσουν τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να κρίνουν ότι οι αλλεπάλληλες
αυτές συμβάσεις υποκρύπτουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπάρχει
από την πλευρά του εργοδότη καταστρατήγηση σχετικών διατάξεων του ελληνικού
και ευρωπαικού δικαίου που προστατεύουν τον εργαζόμενο και να αναγνωρίσουν
τις συμβάσεις αυτές ως εξ αρχής συμβάσεις αορίστου χρόνου.
ΕΝΑΡΞΗ - ΛΗΞΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κατάρτιση σύμβασης
Ο κανόνας για την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας
ορισμένου ή αορίστου χρόνου είναι ότι συνάπτεται ελεύθερα μεταξύ των
συμβαλλομένων και άτυπα , με μόνη τη σύμπτωση της βούλησης των μερών.
Επομένως δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου για την εγκυρότητά
της, δηλαδή δεν απαιτείται γραπτή συμφωνία και υπογραφή αυτής , από
τα συμβαλλόμενα μέρη, και είναι δυνατόν να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς
, προφορικά ή γραπτά . Κρίνεται όμως σκόπιμο και στην πράξη συνηθίζεται
να καταρτίζεται γραπτά , για να αποφεύγονται διενέξεις και άσκοποι δικαστικοί
αγώνες.
Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί η κατάρτιση σύμβαση εργασίας με το Δημόσιο
ή Ν.Π.Δ.Δ. καθώς και όταν πρόκειται για μερική απασχόληση, όπου είναι
απαραίτητος ο '' έγγραφος τύπος ''. Άλλες εξαιρέσεις από τον παραπάνω
κανόνα είναι δυνατόν να καθιερωθούν μόνο με νόμο ή άλλη πράξη που έχει
ισχύ νόμου , τις διατάξεις των οποίων δεν μπορεί να τροποποιήσει η ιδιωτική
βούληση.
Η μορφή και το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας απόκειται στη βούληση
των μερών, αρκεί να μην παραβαίνουν το νόμο ή τα χρηστά ήθη, γιατί τότε
η σύμβαση θεωρείται άκυρη.
Μετά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ο εργοδότης πρέπει να απευθυνθεί
στον ΟΑΕΔ της περιοχής του, για την τακτοποίηση της γενόμενης πρόσληψης
του μισθωτού μέσα σε 8 ημέρες από την επομένη της πρόσληψης ή 30 ημέρες
για νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις για τους 3 πρώτους μήνες από την ίδρυσή
τους. Η εμπρόθεσμη υποβολή της αναγγελίας πρόσληψης μισθωτού από τον
εργοδότη έχει σαν συνέπεια να καταστεί έγκυρη η γενόμενη πρόσληψη και
να αποφευχθεί ο κίνδυνος ποινικών και χρηματικών κυρώσεων που προβλέπονται
για την παράβαση αυτή από το νόμο.
Σε περίπτωση που ο προσληφθείς δεν έχει βιβλιάριο ασφαλείας οφείλει
ο εργοδότης να προβεί σε αναγγελία και απογραφή του στο μητρώο ασφαλισμένων
στο οικείο υποκατάστημα του ΙΚΑ , και να τον αναγράψει στα μισθολόγιά
του για να αποφύγει τις επιζήμιες σε βάρος του κυρώσεις.
Λήξη της σύμβασης
Είναι αυτονόητο ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου λήγει
αυτοδίκαια όταν λήξει ο χρόνος διάρκειας της, ή εκλείψει ο λόγος για
τον οποίο αυτή έχει καταρτισθεί (π.χ. τέλος τουριστικής σεζόν). Υπάρχει
εξαίρεση σε αυτή την αυτοδίκαιη λύση στην περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος
λόγος λύσης της πριν το καθορισμένο χρονικό σημείο λήξης. Στην περίπτωση
αυτή η λύση γίνεται με καταγγελία από κάποιο από τα μέρη.
Η σύμβαση αορίστου χρόνου λήγει με καταγγελία οποτεδήποτε από τον εργοδότη.
Στην περίπτωση αυτή πρέπει να τηρηθούν υποχρεωτικά τρεις προυποθέσεις:
1) κοινοποίηση έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, 2) καταβολή
αποζημίωσης, 3) μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας.
Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί κάποια από τις παραπάνω προϋποθέσεις η
καταγγελία μπορεί να κριθεί άκυρη και η σύμβαση να θεωρηθεί ότι δεν
λύθηκε.
Η καταγγελία ανάλογα με το χρόνο προειδοποίησης και το ποσό της αποζημίωσης
που καταβάλλεται στον εργαζόμενο διακρίνεται σε τακτική και σε άτακτη.
Στην τακτική δίδεται μεγαλύτερος χρόνος στον εργαζόμενο να αποχωρήσει
από την εργασία του από ότι στην άτακτη, αλλά καταβάλλεται η μισή αποζημίωση
από ότι στη άτακτη. Ο χρόνος προειδοποίησης και τα ποσά της αποζημίωσης
είναι ανάλογα με το χρόνο προϋπηρεσίας του εργαζόμενου και καθορίζονται
από συγκεκριμένους πίνακες.
Τυπικά και ο εργαζόμενος πρέπει να τηρήσει τις παραπάνω προϋποθέσεις
για να καταγγείλει τη σύμβαση αορίστου χρόνου. Στην πράξη όμως απλά
αποχωρεί. Κρίσιμο εδώ είναι να μην ασκήσει το δικαίωμά του αυτό με τέτοιο
τρόπο ώστε να επιφέρει ηθελημένα βλάβη στον εργοδότη.
Επίσης η σύμβαση εργασίας μπορεί να λυθεί με σύμβαση μεταξύ των μερών,
με το θάνατο του μισθωτού , καθώς ορίζεται ρητά στο αρ. 675 ΑΚ ότι η
σύμβαση εργασίας είναι προσωπική και με το θάνατο του εργοδότη, αλλά
μόνο στην περίπτωση που τα μέρη της σχέσεως είχαν αποβλέψει κυρίως στο
πρόσωπό του π.χ. μισθωτός σαν νοσοκόμος ή γραμματέας, οπότε και είναι
δυνατό να επιδικαστεί εύλογη αποζημίωση στο μισθωτό.
Αντίθετα δεν λύεται η σχέση εργασίας, αλλά πρέπει να τηρηθούν όλες οι
παραπάνω αναφερόμενες διατυπώσεις και προϋποθέσεις σε περίπτωση πτώχευσης
του εργοδότη, διάλυσης της επιχειρήσεως ή της εκμεταλλεύσεως και μεταβολής
του προσώπου του εργοδότη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργοδότης
που αποχωρεί αποδεσμεύεται, η σχέση όμως εργασίας , όταν η επιχείρηση
εξακολουθεί να λειτουργεί, συνεχίζεται και μάλιστα με αμετάβλητο το
περιεχόμενό της με το νέο εργοδότη. Αν, ο προηγούμενος εργοδότης είχε
προβεί σε άκυρη καταγγελία, η υπερημερία στην αποδοχή της εργασίας του
μισθωτού συνεχίζεται στο πρόσωπο του νέου εργοδότη. Ο νέος εργοδότης
ευθύνεται επίσης για οφειλόμενους από τον προηγούμενο εργοδότη μισθούς
μέχρι το όριο της αξίας των στοιχείων που του μεταβιβάστηκαν . Ο μεταβιβάζων
όμως παραμένει υπεύθυνος σε ολόκληρο για όσες υποχρεώσεις προέκυψαν
από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Μισθός
Αναφέρεται παραπάνω στα δικαιώματα του μισθωτού και
τις υποχρεώσεις του εργοδότη ο μισθός. Κάθε παροχή, δηλαδή κάθε αμοιβή
σε χρήμα και σε είδος, που δίνεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο,
σαν αντάλλαγμα της εργασίας του, αποτελεί το μισθό.
Ο μισθός πρέπει να καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακής
σχέσης ή της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της κρατούσας
συνήθειας όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία. Κατά τη δικαστηριακή νομολογία
, για την ύπαρξη σύμβασης εργασίας δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται
ρητώς το ποσό του μισθού, γιατί αν δεν υπάρχει ειδική περί αυτού συμφωνία
καταβάλλεται ο συνηθισμένος μηνιαίος μισθός ή ημερομίσθιο.
Όταν στον εργαζόμενο καταβάλλεται παροχή σε είδος (π.χ. τροφή , κατοικία,
δαπάνη ύδατος κ.λ.π.) ως μισθός , η αποτίμηση αυτής σε χρήματα γίνεται
σύμφωνα με το τίμημα που θα κατέβαλλε αυτός στην ελεύθερη αγορά για
να προμηθευτεί το είδος
Ο τρόπος καταβολής της αμοιβής δεν ασκεί επίδραση στη σύμβαση εργασίας.
Έτσι μπορεί να συνίσταται σε ημερομίσθιο , σε μηνιαίο μισθό, κατ΄αποκοπή,
σε ποσοστά από τα κέρδη, κατά μονάδα εργασίας κ.λ.π.
Κάθε άλλη πρόσθετη παροχή η οποία καταβάλλεται τακτικά επί μακρύ σχετικώς
χρόνο περιλαμβάνεται στην έννοια του μισθού. Συγκεκριμένα, παράλληλα
με το μισθό είναι δυνατόν να συμφωνηθεί και η πληρωμή ιδιαίτερης αμοιβής
, με την καταβολή πρόσθετων επιδομάτων ( π.χ. βραβεία παραγωγής, αυξημένης
αποδοτικότητας, ποσοστά- προμήθειες σε εξωτερικούς υπαλλήλους, οικογενειακά
επιδόματα κ.λπ. ) με τα οποία επιδιώκεται μεγαλύτερη ποσοτική ή ποιοτική
απόδοση εργασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία και αυτά αποτελούν μέρος του
μισθού και κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί μισθού , άσχετα αν
καταβάλλονται βάσει ρητής συμφωνίας ή σιωπηρώς , βάσει διάταξης νόμου
ή συλλογικής σύμβασης κ.λ.π. , με την προϋπόθεση όμως ότι καταβάλλονται
τακτικά και αδιάλειπτα σαν αντάλλαγμα πάντοτε της εργασίας των μισθωτών.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν απόλυτη ελευθερία να καθορίσουν το ύψος των αποδοχών
που θα καταβάλλονται , υπό τον περιορισμό όμως ότι το ποσό της αμοιβής
δε θα είναι μικρότερο από τα ελάχιστα όρια αποδοχών που καθορίζονται
εκάστοτε από την οικεία συλλογική σύμβαση ή υπουργική απόφαση ή διαιτητική
απόφαση. Είναι άκυρη η τυχόν παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά
του που προέρχονται από διατάξεις που καθορίζουν τα ελάχιστα όρια αποδοχών,
καθώς και διατάξεις που ορίζουν όλες τις προβλεπόμενες αποδοχές - αποζημιώσεις
- επιδόματα. Από το νόμο δεν υπάρχει περιορισμός για καταβολή ποσού
ανώτερου του νόμιμου. Εκ των υστέρων δεν επιτρέπεται να μειωθούν οι
αποδοχές από τον εργοδότη γιατί αυτό αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή
των όρων της σύμβασης και μπορεί να θεωρηθεί σαν απόλυση.
Παράδειγμα: Α. Eργοδότης και εργαζόμενοι υπογράφουν έγγραφο με το οποίο
συμφωνούν να μην καταβληθούν η αποζημίωση απόλυσης και κάποια οριζόμενα
στο νόμο επιδόματα, π.χ. επίδομα αδείας, Χριστουγέννων κλπ. Αν και οι
εργαζόμενοι υπογράφουν το έγγραφο αυτό, εντούτοις ο εργοδότης εξακολουθεί
να οφείλει τα παραπάνω ποσά και η παραίτησή τους από αυτά είναι άκυρη.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα της παροχής από τους εργαζόμενους στον εργοδότη
εξοφλητικής από δειξης για τα παραπάνω ποσά.
Β. Συμφωνείται ως μισθός το ποσό των 600 ευρώ και καταβάλλεται αυτό
για ένα εξάμηνο. Εκ των υστέρων ο εργοδότης ανακοινώνει στον εργαζόμενο
ότι ο βασικός μισθός για τη συγκεκριμένη εργασία είναι 500 ευρώ και
ότι έκανε λάθος, και συνεπώς θα μειωθεί ο μισθός του κατά 100 ευρώ.
Δεν είναι επιτρεπτό κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τα παραπάνω, καθώς αποτελεί
μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης και μπορεί να θεωρηθεί
σαν απόλυση.
Γ. Βασικός μισθός για μία συγκεκριμένη εργασία είναι σύμφωνα με το νόμο
το ποσό των 450 ευρώ. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα καταβάλλεται στον
εργαζόμενο το ποσό των 550 ευρώ, όχι όμως το ποσό των 400 ευρώ.
Καθυστέρηση πληρωμής μισθού . Συνέπειες.
Σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να καταβάλει τον οφειλόμενο μισθό
και ακόμη καθυστέρησης πληρωμής του, προβλέπονται τα εξής:
Ποινικές κυρώσεις.
Tα όργανα του Υπουργείου Εργασίας ή της αστυνομικής αρχής ή της οικείας
Επαγγελματικής οργάνωσης των μισθωτών μπορούν να μηνύσουν τον εργοδότη,
μετά από σχετική αναφορά του εργαζομένου. Προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση
μέχρι τρεις μήνες ή χρηματική ποινή. Και ο ίδιος ο εργαζόμενος μπορεί
να προβεί σε μήνυση του εργοδότη. Θα πρέπει να τονισθεί ότι ποινική
ευθύνη του εργοδότη υπάρχει μόνο για καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών
και όχι για καθυστέρηση καταβολής αποζημιώσεως ή παροχών που οφείλει
από τη σχέση εργασίας ή λόγω υπερημερίας .
Αστικές κυρώσεις.
Ο ίδιος ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί στα πολιτικά δικαστήρια και
επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη του οφειλόμενου μισθού του, σύμφωνα
με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. Από την κοινοποίηση της αγωγής στον εργοδότη
οφείλονται και τόκοι υπερημερίας. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις δικαιούται
να επιδιώξει και προσωρινή επιδίκαση από το δικαστήριο. Πρέπει να τονισθεί
ότι αξιώσεις των μισθωτών για τις αποδοχές τους υπόκεινται σε πενταετή
παραγραφή.
Επίσης εάν ο εργοδότης είναι έμπορος μπορεί να επιδιώξει την κήρυξή
του σε πτώχευση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της παύσης των πληρωμών
που θα πρέπει όμως να αφορά πολλούς μισθωτούς και για μεγάλα χρονικά
διαστήματα , ώστε το γεγονός αυτό να μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί
ένδειξη κλονισμού της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης.
Άλλες δυνατότητες.
Μπορεί επίσης ο εργαζόμενος να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας
του, δηλαδή να δηλώσει στον εργοδότη ότι διακόπτει την εργασία μέχρι
να καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές - το οφειλόμενο ποσό και
ο χρόνος καθυστέρησης πρέπει να είναι σημαντικός - . Ο εργοδότης περιέρχεται
σε κατάσταση υπερημερίας, δηλ. υποχρεούται να αποδώσει και τους δεδουλευμένους
μισθούς και τις αποδοχές για όσο διάστημα διαρκεί η επίσχεση εργασίας
του. Ο μισθωτός κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη δικαιούται
να απασχοληθεί αλλού για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες αλλά πρέπει
να είναι έτοιμος να εργαστεί στον εργοδότη του σε περίπτωση άρσης της
υπερημερίας.
Άλλο δικαίωμα που έχει ο εργαζόμενος είναι να καταγγείλει τη σύμβαση
εργασίας , αν η μη πληρωμή οφείλεται σε κακοτροπία ή δολιότητα του εργοδότη
προκειμένου να εξαναγκαστεί ο μισθωτός να αποχωρήσει από την εργασία
του χωρίς να λάβει αποζημίωση. Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μονομερή
βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης και ο μισθωτός δικαιούται να
αποχωρήσει από την εργασία του και να ζητήσει να λάβει αποζημίωση απόλυσης.
Άδεια
Άδεια δικαιούνται όλοι οι μισθωτοί επιχειρήσεων, για
ορισμένες μέρες κάθε χρόνο με παράλληλη καταβολή μισθού για τις μέρες
αυτές. Η άδεια χορηγείται κάθε ημερολογιακό έτος. Προϋπόθεση είναι η
συνεχής απασχόληση του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη για χρονικό διάστημα
τουλάχιστον 12 μηνών (βασικός χρόνος) για την πρώτη άδεια. Για τις άδειες
των επόμενων χρόνων δε χρειάζεται 12μηνη απασχόληση. Ο μισθωτός μπορεί
να πάρει την άδεια οποτεδήποτε, αρκεί να συνεχίζει την απασχόληση στο
νέο κάθε φορά ημερολογιακό έτος. Μεταφορά άδειας από τον ένα χρόνο στον
άλλο, δεν επιτρέπεται. Η άδεια αποτελείται από συνεχόμενες εργάσιμες
ημέρες. Ο χρόνος χορήγησης άδειας καθορίζεται με συμφωνία εργοδότη μισθωτού,
αλλά υπάρχει υποχρέωση χορήγησης μέσα σε δύο μήνες από τότε που θα ζητηθεί.
Η άδεια δίνεται αυτούσια με τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Συμφωνία εργοδότη
μισθωτού να μη δοθεί άδεια αλλά να πληρωθεί σε χρήμα απαγορεύεται.
Ασφάλεια και υγιεινή στο χώρο εργασίας
Υπάρχει πλήθος νομοθετημάτων και σχετικές οδηγίες της
Ευρωπαικής Ένωσης που αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις υγιεινής και ασφάλειας.
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι υπεύθυνοι για τα θέματα αυτά στους
χώρους εργασίας πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία
της υγείας και ασφάλειας τόσο των εργαζομένων όσο και την ασφαλή διατήρηση
των εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων, προκειμένου η απασχόληση των μισθωτών
να γίνεται πιο ασφαλής και ευχάριστη για διατήρηση της υγείας και σωματικής
τους ακεραιότητας.
Οι σχετικές διατάξεις θεσπίζουν όργανα για τη μελέτη και την αντιμετώπιση
των κινδύνων που απειλούν την υγιεινή και ασφάλεια των μισθωτών. Τα
όργανα αυτά είναι οι Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας,
ο Τεχνικός Ασφαλείας και ο Ιατρός Εργασίας. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν
50 εργαζόμενους και άνω ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις
υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, οι οποίοι κατά την
εκτέλεση της εργασίας τους υποχρεούνται να συνεργάζονται μεταξύ τους
και με την ΕΥΑΕ ή τον αντιπρόσωπο των εργαζομένων.
Οι εργοδότες που παραβαίνουν τις διατάξεις της νομοθεσίας υφίστανται
διοικητικές και ποινικές κυρώσεις.
Εργατικό ατύχημα είναι το βίαιο και σε εξωτερικά αίτια οφειλόμενο αιφνίδιο
συμβάν, το οποίο συνέβη κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής
αυτής και έχει ως συνέπεια την προσβολή της σωματικής ακεραιότητας και
της υγείας του εργαζομένου εφόσον η ανικανότητα για εργασία διήρκεσε
πάνω από 4 ημέρες.
Το ατύχημα επέρχεται ''εξ αφορμής της εργασίας'' όταν το βίαιο συμβάν
δεν εκδηλώνεται μέσα στον τόπο και χρόνο εργασίας αλλά συνδέεται έμμεσα
με την εργασία, όπως π.χ. το ατύχημα που γίνεται κατά τη μετάβαση του
μισθωτού στο σπίτι του από την εργασία ή αντίθετα από το σπίτι στην
εργασία.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνο αυτός από την υποχρέωση του εργαζομένου
για εργατικό ατύχημα, εφόσον α) ο τόπος εργασίας βρίσκεται εντός της
ασφαλιστικής περιοχής του ΙΚΑ, ανεξάρτητα αν ασφαλίστηκε ή όχι στο ΙΚΑ,
γιατί θεωρείται ασφαλισμένος από της πρώτης στιγμής αναλήψεως της εργασίας
και β) το ατύχημα δεν οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων
αυτού προσώπου. Η απαλλαγή δεν καλύπτει τυχόν αξιώσεις ηθικής βλάβης
του μισθωτού ή σε θανατηφόρο ατύχημα, ψυχική οδύνη μελών της οικογένειας.
Υπάρχει υποχρέωση αναγγελίας του ατυχήματος στο ΙΚΑ εντός πέντε ημερών.
Συγχωρείται εκπρόθεσμη αναγγελία σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Οι παροχές
του ΙΚΑ ( ιατρική περίθαλψη, επίδομα ασθένειας, σύνταξη αναπηρίας κλπ)
χορηγούνται ανεξάρτητα αν ο παθών εργάστηκε κάποιο αριθμό ημερών εργασίας,
δηλαδή από την πρώτη στιγμή εργασίας που συνέβη εργατικό ατύχημα στο
μισθωτό δικαιούται αυτός τις παροχές του ΙΚΑ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τα παραπάνω αποτελούν μια πολύ συνοπτική αναφορά σε στοιχεία του εργατικού
δικαίου. Αυτό που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι το πνεύμα των διατάξεων
του εργατικού δικαίου είναι κυρίως η προστασία του εργαζομένου και επομένως
αυτό θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του κατά την εφαρμογή τους και οποιοδήποτε
μέρος της σύμβασης αλλά και το κράτος.
ΡΕΘΥΜΝΟ 2004
ΦΕΡΕΝΙΚΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ
|